Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΥΡΗΣ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ
Είναι σύνηθες οι δανειακές συμβάσεις, που συνάπτουν οι δανειολήπτες με τα τραπεζικά ιδρύματα, να προβλέπουν τη δυνατότητα καταγγελίας. Η άσκηση ή μη άσκηση αυτού του δικαιώματος έχει, εκτός των άλλων, και συνέπειες ως προς την προθεσμία παραγραφής της απαίτησης του δανειστή.
Κατά τη γενική διάταξη τού άρθρου 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (ΑΚ 806).[1] Όμως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Έχει, πλέον, διαμορφωθεί πάγια νομολογιακή θέση σύμφωνα με την οποία[2]:
Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία….δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο, η δε αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται πλέον στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή. Εάν αντιθέτως δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση για καθεμία των περιοδικών δόσεων, η οποία διατηρεί την αυθυπαρξία της, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, 747/2012, 1455/2007, 637/1997).
Από τα παραπάνω αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντική είναι η προσήκουσα σύνταξη και επίδοση της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη[3] ενώ επίσης κατά τη διάταξη 449 παρ. 2 ΚΠολΔ φωτογραφίες ή φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά το νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα.[4] Έτσι, λοιπόν, όπως επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία μας, η καταγγελία δανειακής σύμβασης που κοινοποιήθηκε στον οφειλέτη και δεν φέρει ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη ή δεν είναι επικυρωμένο αντίγραφο (π.χ. από δικηγόρο) δεν έχει συνταχθεί με τους νόμιμους τύπους και θεωρείται ανύπαρκτη με αποτέλεσμα την μη παραγωγή των αποτελεσμάτων που αναλύσαμε παραπάνω.[5] Σε μία τέτοια περίπτωση ο οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί την παραγραφή της οφειλής του μετά το πέρας των πέντε ετών αντί των είκοσι ετών που θα ίσχυε στην περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης ήταν έγκυρη και του είχε κοινοποιηθεί νόμιμα εντός της πενταετίας.
Συνεπώς, η ορθή τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων της καταγγελίας δεν είναι απλώς τυπικό ζήτημα, αλλά κρίνει την ίδια τη διάρκεια παραγραφής των αξιώσεων των τραπεζικών ιδρυμάτων.
[1] ΑΠ 202/2023
[2] Ibid.
[3] ή αντί για υπογραφή ένα σημάδι που αυτός έβαλε και επικυρώθηκε από συμβολαιογράφο ή άλλη δημόσια αρχή, που βεβαιώνει πως το σημάδι έχει τεθεί αντί για την υπογραφή και ότι ο εκδότης δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράψει.
[4] ήτοι από δικηγόρο ή άλλη αρμόδια αρχή, βλ. 1532/2023 ΜΠΡ Αθηνών
[5] 1532/2023 ΜΠΡ Αθηνών
Επιμέλεια: Σπύρος Τσατσαράγκος