ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΛΟΓΩ ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑΣ ΑΓΩΓΗΣ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ – ΑΡΘΡΟ 1822 ΑΚ.

Εξειδίκευση:
22 Νοεμβρίου, 2022

Με γνώμονα τη διαφύλαξη της εικαζόμενης βούλησης του κληρονομούμενου, στη διάταξη του άρθρου 1822 ΑΚ προβλέπεται ότι, πριν ακόμα από τη λύση του γάμου, ο επιζών σύζυγος μπορεί να απωλέσει το κληρονομικό του δικαίωμα και το δικαίωμα στο εξαίρετο σε περίπτωση άσκησης βάσιμης αγωγής διαζυγίου από τον κληρονομούμενο.

Δεδομένου δε ότι με το θάνατο του ενός από τους συζύγους η περί διαζυγίου εκκρεμής δίκη καταργείται (άρθρο 604 ΚΠολΔ) και ότι η περί διαζυγίου αγωγή, ούσα προσωποπαγής, δεν μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του συζύγου που απεβίωσε, ο αποκλεισμός του επιζήσαντος συζύγου από το κληρονομικό του δικαίωμα και το δικαίωμα στο εξαίρετο διαγιγνώσκεται με την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για το βάσιμο του λόγου διαζυγίου από τους κληρονόμους, χωρίς πάντως να αποκλείεται η έρευνα της βασιμότητας του λόγου διαζυγίου να γίνει και παρεμπιπτόντως σε δίκη μεταξύ αυτών και αυτού του επιζώντος συζύγου (ΑΠ 1796/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 1815/2009 ΕλΔνη 2009.1506, ΕΑ 618/2007 ΕλΔνη 2007.903, ΕΑ 97/2000 ΕλΔνη 20001.417)[1].

Ο δικαιολογητικός λόγος του άρθρου 1822 ΑΚ είναι ότι, εφόσον ο ένας σύζυγος έχει δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο και αποφάσισε να ασκήσει τη σχετική αγωγή, είναι απαράδεκτο να διατηρήσει ο άλλος κληρονομικό δικαίωμα από το τυχαίο γεγονός ότι ο ενάγων πέθανε προτού εκδοθεί η δικαστική απόφαση για τη λύση του γάμου και αυτή γίνει αμετάκλητη, όπως απαιτεί το άρθρο 1438 Α.Κ. Ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ισχύει και για το συναινετικό διαζύγιο.

Τί γίνεται όμως στην περίπτωση που προκύψει η αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή να αποβιώσει ο εναγόμενος σύζυγος, με αποτέλεσμα ο ενάγων σύζυγος, μολονότι επιδίωξε τη λύση του γάμου του επικαλούμενος ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης, να κληρονομεί τον εναγόμενο, ο οποίος μπορεί να είχε και ο ίδιος βάσιμο λόγο διαζυγίου και να μην άσκησε, για οποιονδήποτε λόγο, τη σχετική αγωγή; 

Συναφώς, επί της ανωτέρω νομοθετικής ανακολουθίας στη θεωρία υποστηρίζεται, με δύο διαφορετικές προσεγγίσεις, η άποψη ότι ο αποκλεισμός από το κληρονομικό δικαίωμα και το εξαίρετο δέον να εφαρμόζεται και επί της άσκησης βάσιμης αγωγής διαζυγίου εκ μέρους του επιζήσαντος ενάγοντος συζύγου.

Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, ο μονομερής αποκλεισμός του κληρονομικού δικαιώματος που προβλέπεται στο άρθρο 1822 ΑΚ αντίκειται στο άρθρο 4§1 του Συντάγματος, που προστατεύει την ισότητα όλων απέναντι στο Νόμο, εφόσον η συγκεκριμένη διάταξη εισάγει αδικαιολόγητα απόκλιση για τις συνέπειες της άσκησης της αγωγής διαζυγίου ανάμεσα στους δύο συζύγους. Η θέση αυτή στηρίζεται στην παραδοχή ότι το πραγματικό γεγονός, πάνω στο οποίο οφείλει να θεμελιώνεται ο αποκλεισμός και των δύο συζύγων από το κληρονομικό δικαίωμα, είναι αυτή καθ΄ εαυτή η διάσταση που υπάρχει στη συζυγική σχέση και η εκκρεμοδικία της αγωγής διαζυγίου, δηλαδή αντικειμενικά γεγονότα και όχι η πρωτοβουλία της λύσης του γάμου με διαζύγιο. Επομένως, με την άποψη αυτή προβάλλεται ότι η ΑΚ 1822 θα έπρεπε να αποκλείει το κληρονομικό δικαίωμα αμφότερων των συζύγων, αν πράγματι αποδεικνυόταν διακοπή της συμβίωσης και ο θάνατος κάποιου από αυτούς επερχόταν κατά την εκκρεμοδικία[2].

Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, η υπό εξέταση διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντισυνταγματική, καθώς επιδέχεται ερμηνείας. Η εναρμονισμένη με το Σύνταγμα ερμηνεία του υπό εξέταση άρθρου γίνεται συστηματικά με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.. Ειδικότερα, η επιδίωξη της έκδοσης δικαστικής απόφασης για τη λύση του γάμου, φανερώνει την ταυτόχρονη αποδοχή του ενάγοντος του συνακόλουθου αποκλεισμού του από του το κληρονομικό δικαίωμα του συζύγου του. Η συμπεριφορά του αυτή οδηγεί αιτιωδώς στη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στο πρόσωπο σε βάρος του οποίου στρέφεται το δικαίωμα αυτό ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί. Άλλωστε, η απόκτηση περιουσιακού οφέλους από τον επιζώντα – ενάγοντα σύζυγο, λόγω του τυχαίου θανάτου του συζύγου του, τον γάμο του με τον οποίο είχε σαφώς δηλώσει την επιθυμία του να λύσει με αγωγή διαζυγίου, θα μπορούσε να αξιολογηθεί ως ανήθικη. Επιπλέον, κάτι τέτοιο θα αντέκειτο στις διέπουσες το Κληρονομικό Δίκαιο αρχές της αλληλεγγύης και της διαγενεακής συνέχειας της υφιστάμενης περιουσίας, όπως και στην αρχή της ισότητας που διέπει το Οικογενειακό δίκαιο και ακτινοβολεί και στο πεδίο του Κληρονομικού δικαίου.

Επομένως, η άσκηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος επιζώντος συζύγου μπορεί να χαρακτηριστεί καταχρηστική κατ΄ ΑΚ 281, εφόσον ασφαλώς η αγωγή διαζυγίου στηριζόταν σε βάσιμο λόγο[3].


[1] Η αγωγή με την οποία ζητείται ο αποκλεισμός του επιζώντος συζύγου από την κληρονομία του αποβιώσαντος, για βάσιμο λόγο διαζυγίου, δεν απαιτείται να εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων, διότι δεν είναι εμπράγματη αγωγή, μικτή ή περί νομής, ενώ δεν έχει ούτε εμπράγματο χαρακτήρα, καθώς δεν περιέχει δηλαδή αξίωση που απορρέει από προσβολή εμπράγματου δικαιώματος (ΕΑ 2490/2005 ΕλΔνη 2006.585).

[2] Α. Κοτζαμπάση,IV. Κριτικές Παρατηρήσεις: Η αντισυνταγματικότητα της μονομερούς απώλειας του κληρονομικού δικαιώματος στο άρθρο 1822 ΑΚ, σε Κληρονομική διαδοχή μεταξύ συζύγων, 2007, σελ. 199-201

[3] Γ-Α. Γεωργιάδης, Δ. Θάνατος του εναγόμενου συζύγου κατά την εκκρεμοδικία της αγωγής διαζυγίου, σε: Κατάχρηση δικαιώματος στο Κληρονομικό Δίκαιο, 2022, σ. 183-186